Τι είναι η Καινή Διαθήκη;
Η έκφραση «Καινή Διαθήκη», σύμφωνα με τη χριστιανική
παράδοση, προέρχεται από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, ο όποιος κατά τις διηγήσεις
των ευαγγελιστών και την παράδοση που διασώζει ο Απ. Παύλος, τη βραδιά του
μυστικού δείπνου είπε: «Τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το
περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» δηλώνοντας έτσι μια νέα περίοδο
της θείας οικονομίας.
Τα βιβλία που γράφηκαν από συγγραφείς της πρώτης εκκλησίας
και περιέχουν τη διδασκαλία περί πραγματοποίησης των υποσχέσεων του θεού, το
θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ονομάστηκαν «Καινή Διαθήκη» σε
αντιδιαστολή προς τα βιβλία της προηγούμενης περιόδου της οικονομίας του Θεού,
της «Παλαιάς Διαθήκης». Ο όρος «Καινή Διαθήκη» προς δήλωση του συνόλου των
βιβλίων, που περιέχουν τη νέα οικονομία του Θεού, μαρτυρείται από τα τέλη του
2ου αιώνα και επικρατεί οριστικά από τις αρχές του 3ου αιώνα και μετά. Τα
βιβλία που αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη είναι η τελική καταγραφή της προφορικά
και γραπτά μεταδιδόμενης χριστιανικής παράδοσης. Αλλά και αυτά, την εποχή που
γράφηκαν δεν αναγνωρίστηκαν αμέσως ως «Γραφή». Εκείνο που τα επέβαλε στη
συνείδηση των χριστιανών ήταν η αποστολική τους προέλευση και η συμφωνία τους
προς την αλήθεια που είχε η εκκλησία ως ζωντανή παράδοση από τους «απ' αρχής
αυτόπτας και υπηρέτας» του λόγου (Λουκ. 1, 2). Για πρώτη φορά περί τα μέσα του
2ου αιώνα μερικά χωρία από τα ευαγγέλια παρατίθενται ως «Γραφή».
Η Καινή Διαθήκη που αποτελείται από ένα σύνολο 27 βιβλίων,
καθιερώθηκε με την τελική της μορφή στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα μ.Χ.
Τα τέσσερα Ευαγγέλια:
1. κατά Ματθαίον, 2. κατά Μάρκον, 3. κατά Λουκάν, 4. κατά
Ιωάννην .
5. Οι πράξεις των Αποστόλων
Οι επιστολές του Απ. Παύλου:
6. προς Ρωμαίους, 7. προς Κορινθίους Α, 8. προς Κορινθίους
Β, 9. προς Γαλατάς, 10. προς Εφεσίους, 11. προς Φιλιππησίους, 12. προς
Κολοσσαείς, 13. προς Θεσσαλονικείς Α, 14. προς Θεσσαλονικείς Β, 15. προς
Τιμόθεον Α, 16. προς Τιμόθεον Β, 17. προς Τίτον, 18. προς Φιλήμονα, 19. προς
Εβραίους
Οι Καθολικές επιστολές:
20. Ιακώβου, 21. Πέτρου Α, 22. Πέτρου Β, 23. Ιωάννου Α, 24.
Ιωάννου Β, 25. Ιωάννου Γ, 26. Ιούδα
Η ιστορία του κειμένου της Καινής Διαθήκης.
Είναι αλήθεια πως το γραπτό μήνυμα που διασώθηκε από τα
βιβλία της Καινής Διαθήκης, εξαφανίστηκε στην αρχική του μορφή. Δεν έχουμε στη
διάθεση μας ούτε ένα απλό σπάραγμα παπύρου, της γραφικής ύλης των πρώτων
αιώνων, που να περιέχει κείμενο της Καινής Διαθήκης όπως βγήκε από το χέρι του
αρχικού συγγραφέα. Αν και κάποια από αυτά μας οδηγούν αρκετά κοντά στη συγγραφή
των αυθεντικών, ό,τι υπάρχει σήμερα είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων.
Αυτό οφείλεται σε χιλιάδες αντιγραφείς, που από γενιά σε
γενιά διέσωσαν και μετέδωσαν τα κείμενα αυτά. Βεβαίως, κι αυτοί υπόκεινταν στο
ανθρώπινο λάθος. Είτε δεν διάβασαν σωστά κάποιες λέξεις, είτε εσφαλμένα
αντέγραψαν άλλες, μετέθεσαν ολόκληρες προτάσεις, παρέλειψαν ολόκληρες φράσεις
καθώς ήταν δυνατό από κάποια φυσική φθορά στο κείμενο του υποδείγματος να είχαν
σβηστεί λίγα ή πολλά γράμματα και αυτά να παραλείπονται στο αντίγραφο, διάφορες
προσθήκες παρουσιάζονταν και γενικά έκαναν όλα τα λάθη που η μελέτη της
παλαιογραφίας και της κριτικής κειμένων έχει εντοπίσει σε κάθε ανθρώπινη
προσπάθεια αντιγραφής.
Υπήρχαν επίσης πολλοί άλλοι αντιγραφείς που αναλάμβαναν να
βελτιώσουν την ατελή γραμματική μερικών συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, να
προσθέσουν επεξηγήσεις όταν κάτι φαινόταν πως απαιτούσε αποσαφήνιση ή να
εισαγάγουν κάποιες αλλαγές έτσι ώστε νά κερδίσουν κάποια μάχη που δινόταν στα
χρόνια τους. Πολλοί αντιγραφείς εμπιστεύονταν, περιστασιακά, περισσότερο τη
μνήμη τους παρά την όραση τους, γράφοντας αυτό που θυμόντουσαν και όχι αυτό που
έβλεπαν μπροστά τους. Παρόλο λοιπόν που οι αντιγραφείς αυτοί πίστευαν πως τα
κείμενα που αντέγραφαν ήταν ο λόγος του Θεού, μας κληροδότησαν ένα πλήθος από
παραλλαγές και παραφθορές του κειμένου της Καινής Διαθήκης.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τον μεγάλο μόχθο για την
έρευνα, σύγκριση και αποκατάσταση των αρχαίων χειρογράφων ώστε να φτάσουμε όσο
είναι ανθρώπινα δυνατό στο αρχικό κείμενο των ευαγγελιστών και επιστολογράφων,
ανέλαβαν ερευνητές, που η ειδικότητα τους είναι γνωστή ως "Κριτική του
κειμένου". Οι ερευνητές αυτοί, κατά τη διάρκεια του έργου τους, έπρεπε να
μελετήσουν μαρτυρίες χιλιάδων χειρογράφων από τον δεύτερο ως τον δέκατο πέμπτο
αιώνα, να αξιολογήσουν το υλικό, να ταχθούν υπέρ ή ενάντια αυτής ή της άλλης
λέξης, υπέρ της μιας ή της άλλης φράσης, υπέρ της κρίσης μιας περικοπής ως
αυθεντικής ή ως μεταγενέστερης προσθήκης.
Το σημερινό κείμενο της Καινής Διαθήκης, είναι προϊόν όλων
αυτών των συντονισμένων προσπαθειών από αναγνωρισμένους και αξιοσέβαστους
ειδικούς στον κλάδο τους. Παρά το γεγονός ότι και μετά την επικράτηση του
χριστιανισμού, επιδρομές διαφόρων λαών εξαφάνισαν τα βιβλικά χειρόγραφα από
αρκετές περιοχές της χριστιανοσύνης, σώθηκαν μέχρι σήμερα πάνω από 2.500
ελληνικά χειρόγραφα που περιέχουν είτε πλήρη, είτε αποσπάσματα του κειμένου. Ο
συνολικός αριθμός παραλλαγών, θελητών και αθέλητων, των ιερών κειμένων,
κυμαίνεται γύρω στις 200.000, στο μεγαλύτερο μέρος τους όμως πρόκειται για
παραλλαγές ασήμαντες όσον αφορά το νόημα και την ουσία του κειμένου. Σε κάθε
περίπτωση όμως, ο τεράστιος αριθμός χειρογράφων και παραθέσεων χωρίων από τους
εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μας επιτρέπει να έχουμε ένα κείμενο κατά πολύ
ανώτερο απέναντι στις περισσότερες σχεδόν νεώτερες φιλολογικές συνθέσεις.

